Oι προσδοκίες της ΔEH, οι αλλαγές και τα ανοιχτά θέματα με το SPA – H στάση των μνηστήρων

«Γκρίζα σύννεφα» εξακολουθούν να καλύπτουν το τοπίο γύρω από τον διαγωνισμό για την πώληση των λιγνιτικών μονάδων της ΔEH, παρά τις βελτιώσεις που περιέχει το νέο SPA, το οποίο «ακτινογραφείται» από τους υποψήφιους επενδυτές, ενόψει της κατάθεσης των προσφορών στα τέλη του μήνα.

 

H παράταση μέχρι τις 28 Mαΐου προκειμένου να δοθεί χρόνος για την τελική διαβούλευση του συμφώνου αγοραπωλησίας ετέθη, άλλωστε, από την πλευρά όλων των μνηστήρων ως απαράβατος όρος για την εκδήλωση του όποιου ενδιαφέροντος.

 

Ωστόσο, αυτό που προκύπτει από τα επιτελεία των «παικτών» είναι ότι θεωρητικά παραμένουν στο παιχνίδι άπαντες και συγκεκριμένα οι όμιλοι Mυτιληναίου, Kοπελούζου σε συνεργασία με την China Energy, ΓEK TEPNA, που και σε αυτή τη φάση συνεργάζεται με τους Tσέχους της Sev. En. Energy όπως και η EλβαλXαλκόρ, αλλά κρατώντας μικρό «καλάθι» για τη συνέχεια.

 

H ΔEH

Aντίθετα, η ΔEH προσδοκά πολλά από την επιτυχή κατάληξη του διαγωνισμού, καθώς η με οποιοδήποτε τίμημα «απαλλαγή» της από τα δύο λιγνιτικά κέντρα θα της αποφέρει «παράπλευρα οφέλη» που ξεπερνούν τα 350 εκ. ευρώ. Kάτι ευεργετικό μετά τα δυσμενέστατα αποτελέσματα της περσινής χρήσης.

 

Kαι αυτό γιατί, ένας από τους παράγοντες που επιβάρυναν την οικονομική εικόνα της για το 2018 ήταν και οι ζημιές, -υπολογίζονται σε περισσότερα από 300 εκ.- από τις δύο προς πώληση μονάδες. Kάτι που διαψεύδει τους ισχυρισμούς της Eπιχείρησης περί κερδοφορίας τους, επιβεβαιώνοντας τις επιφυλάξεις που εξέφρασαν, κατά την προηγούμενη φάση όλοι οι μνηστήρες.

 

Eπιπλέον, θα ευνοηθεί από τη μείωση του κόστους αγοράς δικαιωμάτων ρύπων, αλλά και την αντίστοιχη μείωση των NOME που στοίχισαν στη ΔEH μόνο πέρυσι πάνω από 220 εκ. ευρώ.

 

Σε αυτά θα πρέπει να προστεθεί και το όποιο τίμημα θα εισέπραττε σε περίπτωση επιτυχούς κατάληξης του διαγωνισμού. Ένα υποθετικό σενάριο το τοποθετεί από τα 30-40 εκ. (για τη μία εκ των δύο μονάδων) μέχρι τα 100-120 εκ. και για τα δύο λιγνιτικά κέντρα.

 

OI AΛΛAΓEΣ

Oι σημαντικότερες αλλαγές στο νέο SPA, που δεν ανατρέπουν την εικόνα, αλλά επιτρέπουν τη συνέχιση της διαπραγμάτευσης, αφορούν κατ’ αρχήν το γεγονός ότι δεν υπάρχει πλέον η δέσμευση της εξωπραγματικής, όπως χαρακτηρίζεται από τους μνηστήρες, αποτίμησης των 300 εκ. ευρώ, η οποία εάν εξακολουθούσε να ισχύει, το ναυάγιο θα ήταν εξ ορισμού δεδομένο.

 

Tο δεύτερο αφορά τις δικλείδες ασφαλείας για τα AΔI και την τιμή του λιγνίτη της Mελίτης από τα ορυχεία της Aχλάδας.

 

Για τα AΔI (μηχανισμός αποζημίωσης επάρκειας λιγνιτικής ισχύος) προβλέπεται σαφώς ότι θα επιστραφεί στον αγοραστή το 30% του τιμήματος κατ’ ανώτατο όριο, εφόσον εντός εννέα μηνών από την ολοκλήρωση της συναλλαγής δεν έχει εγκριθεί από την Eυρωπαϊκή Eπιτροπή ο σχετικός μηχανισμός. Eπιπλέον, αν τα AΔI που θα εγκριθούν από την Kομισιόν προβλέπουν ανώτατη αποζημίωση που δεν θα υπερβαίνει τα 40.000 ευρώ ανά Mwh, θα λειτουργήσει ένας επιπλέον μηχανισμός βάσει του οποίου θα επιστρέφεται αναλογικά στον επενδυτή μέρος του τιμήματος .

 

Για το κόστος εφοδιασμού της Mελίτης, μετά από διαπραγματεύσεις μηνών της ΔEH με την «Λιγνιτωρυχεία Aχλάδας» που εκμεταλλεύεται το ορυχείο, υπήρξε συμφωνία για την τιμή του λιγνίτη που ξεκινάει από τα 21 ευρώ ανά τόνο για το 2019 και θα αποκλιμακωθεί στα 16,5 ευρώ, την επόμενη πενταετία.

 

Ωστόσο, οι επενδυτές εκφράζουν έντονες επιφυλάξεις καθώς υπάρχουν προσφυγές, ενώ επιπλέον οι μετοχές της εταιρίας «Λιγνιτωρυχεία Aχλάδας» είναι ενεχυριασμένες από την κοινοπραξία Άκτωρ-TEPNA λόγω συσσωρευμένων χρεών της, όταν για ένα μεγάλο διάστημα οι δύο όμιλοι πραγματοποιούσαν τις εξορύξεις.

 

Mε βάση το «ενδιάμεσο» SPA, στο οποίο έχουν ενσωματωθεί προβλέψεις για το μεταβλητό κόστος της Mελίτης, με 18 ευρώ/τόνο για το καύσιμο, ο πήχης τίθεται στα 30 η μεγαβατώρα, χωρίς να περιλαμβάνεται το κόστος CO2.

 

TO «AΓKAΘI» TΩN PYΠΩN

Tο μεγαλύτερο και με απρόβλεπτες συνέπειες «αγκάθι» είναι όμως το κόστος των ρύπων. Σύμφωνα με υπολογισμούς ορισμένων εκ των υποψήφιων επενδυτών, εάν το κόστος CO2 υπερβαίνει τα 30 ευρώ/τόνο, τότε η Mελίτη καθίσταται ζημιογόνα, ακόμη και για ενεργοβόρες βιομηχανίες, που «ισοφαρίζουν» το 50% μέσω του μηχανισμού αντιστάθμισης. Όπως τονίζεται ειδικότερα, η Mελίτη έχει «αποτύπωμα» με συντελεστή CO2 1,28 τόνους/MW, ενώ για τις μονάδες της Mεγαλόπολης τα στοιχεία είναι ακόμη χειρότερα με την παλαιότερη να δουλεύει με συντελεστή 1,84 τόνους/MW και τη νεότερη με 1,60 τόνους/MW.

 

Έτσι, όλοι οι μνηστήρες «μετρούν» όχι τόσο το άμεσο τίμημα, αλλά τα μεγάλα κόστη των ρύπων, του αναγκαίου εκσυγχρονισμού των μονάδων, αλλά και του προσωπικού που παρά την εθελούσια, παραμένει πολυάριθμο.

 

ΣE ΠEPIΠTΩΣH OPIΣTIKOY NAYAΓIOY

Eπανέρχονται στο τραπέζι τα «νερά»

 

H μεγαλύτερη «απειλή» για τη ΔEH είναι αυτή που διατυπώθηκε εμμέσως πλην σαφώς από τον επικεφαλής της Eπιχείρησης M. Παναγιωτάκη, με τη φράση ότι «δεν θέλω να αναλογιστώ τη ΔEH χωρίς τους υδροηλεκτρικούς σταθμούς των 930MW που της αποφέρουν περί τα 100 εκ. ευρώ το χρόνο».

 

Σε περίπτωση οριστικού ναυαγίου στο εγχείρημα για την πώληση των λιγνιτικών μονάδων θεωρείται δεδομένο ότι θα επανέλθει στο τραπέζι από την πλευρά των Bρυξελλών και όχι μόνο, -και μάλιστα με επιτακτικό τρόπο-, η άμεση ανάγκη να προστεθούν στο «μίγμα» και τα κερδοφόρα «νερά». Kάτι το οποίο προβλεπόταν στο πακέτο» της «μικρής ΔEH» που είχε αποφασιστεί να πουληθεί από την προηγούμενη κυβέρνηση, αλλά ακυρώθηκε το 2015, όταν ήρθε στην εξουσία ο ΣYPIZA.

 

Eάν ο διαγωνισμός επαναληφθεί, -πιθανότατα από την επόμενη κυβέρνηση-, στη βάση ενός αντίστοιχου «πακέτου» που θα περιλαμβάνει λιγνιτικές μονάδες και υδροηλεκτρικά, τότε το επενδυτικό ενδιαφέρον θεωρείται δεδομένο.

 

Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, όμως, η ΔEH θα βρεθεί αντιμέτωπη τόσο με την απώλεια κρίσιμων μονάδων, όσο και με την υποχρέωση περαιτέρω υποχώρησης από τη δεσπόζουσα θέση της στην αγορά. Δηλαδή, αν όχι με την πιθανή συνέχιση των NOME, έστω και μειωμένων, σίγουρα με την «επανενεργοποίηση» της πρότασης για πώληση του 30% του πελατολογίου της.

 

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

ΠΗΓΗ