Έξι ταινίες κάνουν απόψε Πέμπτη (18.11.2021) πρεμιέρα στα σινεμά της χώρας, όπου ξεχωρίζουν η επανεμφάνιση του προκλητικού Πολ Βερχόφεν, που θέλει να σκανδαλίσει με το ερωτικό δράμα εποχής «Μπενεντέτα» και της Τζέιν Κάμπιον, με το διαφορετικό δραματικό γουέστερν «Η Εξουσία του Σκύλου».

Ακόμη, από τις ταινίες που κάνουν σήμερα πρεμιέρα στα σινεμά, ξεχωρίζει και η δραματική περιπέτεια από τη μακρινή Ινδία «Φευγαλέα Σπουργίτια».

Μπενεντέτα (Benedetta)

Ερωτικό δράμα εποχής, γαλλικής και ολλανδοβελγικής παραγωγής του 2021, σε σκηνοθεσία Πολ Βερχόφεν, με τους Βιρζινί Εφιρά, Δάφνη Πατακιά, Σαρλότ Ράμπλινγκ, Λαμπέρ Γουίλσον, Ολιβιέ Ραμπουρντέν κ.ά.

Ο Πολ Βερχόφεν, επιστρέφοντας από το Χόλιγουντ, αφήνοντας πίσω του τεράστιες εμπορικές επιτυχίες (“Βασικό Ένστικτο”, “Ολική Επαναφορά”, Ρόμποκοπ” κλπ), ξανακέρδισε τους πρώην θαυμαστές του, που είχαν χάσει την εκτίμησή σε αυτόν απ’ τις “αμερικανιές” του, όταν το 2016 παρουσίασε στο Φεστιβάλ των Καννών το θρίλερ “Εκείνη”, με την Ιζαμπέλ Ιπέρ, αποδεικνύοντας την ευκολία του να βγαίνει από το καλούπι των αμερικάνικης κινηματογραφικής βιομηχανίας και τις συνταγές που φέρνουν εισιτήρια.

Πιάνοντας πλέον τα 83, ο Ολλανδός σκηνοθέτης παρουσίασε, και πάλι στο φετινό Φεστιβάλ των Καννών, την τελευταία του ταινία, ένα προκλητικό βλάσφημο ερωτικό δράμα εποχής, βασισμένος στην αληθινή ιστορία μιας μοναχής που φαντασιώνεται τον Χριστό στα βίαια ερωτικά της όνειρα, πιστεύει ότι μπορεί να κάνει θαύματα και συνάπτει ερωτικές σχέσεις με μία νεαρή μαθητευόμενη μοναχή. Και όλα αυτά τον 17ο αιώνα ενώ στην Τοσκάνη η πανούκλα σκορπά το θάνατο. Το σενάριο, το οποίο συνέγραψε με τον συνεργάτη του Ντέιβιντ Μπερκ, βασίζεται στο βιβλίο της ιστορικού Τζούντιθ Μπράουν “Άσεμνες Πράξεις: Η ζωή μιας λεσβίας μοναχής”, το οποίο θα ήταν πιο ταιριαστό ως τίτλος σύμφωνα με το πνεύμα και τις επιδιώξεις του σκηνοθέτη. Κι αυτό διότι ο Βερχόφεν δεν στοχεύει απλώς στην ανάδειξη των κινδύνων του θρησκευτικού φανατισμού και της εκκλησιαστικής υποκρισίας, όπως κάποιος εύλογα θα σκεφτόταν, αλλά κυρίως στην πρόκληση, στο να σκανδαλίσει το κοινό. Ο Βερχόφεν παραπέμπει σαφώς στα διαδεδομένα πορνό της δεκαετίας του ’70, θυμίζοντας άλλες εποχές, με τις softcore ερωτικές πράξεις, μάτια που παρακολουθούν από κλειδαρότρυπες, άπλετο γυμνό, βία, παίζοντας με τα ταμπού, τα φετίχ και τους θιασώτες των σεξουαλικών προκλήσεων, θυμίζοντας περισσότερο έναν Τίντο Μπρας, παρά έναν Μπουνιουέλ.

Η παραγωγή, από τα σκηνικά, τα κοστούμια και τη φωτογραφία, μέχρι τη σκηνοθεσία, με τη σοβαροφάνεια των δραματικών σκηνών και τις ερμηνείες δείχνουν ότι το φιλμ αποτελεί έναν εκσυγχρονισμό των παλαιότερων ερωτικών ταινιών του είδους, περιορίζοντας, ωστόσο, τη σέξι και χωρίς αναστολές διασκέδαση όσων ελκύονται απ’ αυτές, ενώ επιπλέον η προσπάθεια να ισορροπήσει μεταξύ μιας ψυχαγωγικής πρότασης, σχολιάζοντας τον θρησκευτικό φανατισμό, και του σαδομαζοχιστικού σοφτ πορνό, μιας άλλης εποχής, τελικά τον αφήνει ξεκρέμαστο και τους θαυμαστές του Τίντο Μπρας να υπομειδιούν ειρωνικά.

Η Βιρζινί Εφιρά στον ρόλο της μοναχής κολλά με τη νεαρά να Δάφνη Πατακιά, η Σάρλοτ Ράπλινγκ μας κάνει να νοσταλγούμε τις εποχές που με το πάθος της γέμιζε την οθόνη, ενώ οι έμπειροι Λαμπέρ Γουίλσον και Ολιβιέ Ραμπουρντέν συμπληρώνουν απλώς το καστ.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Στα τέλη του 17ου αιώνα, με την πανούκλα να θερίζει τη χώρα, η Μπενεντέτα Καρλίνι μπαίνει στο μοναστήρι της Πέσκια, στην Τοσκάνη. Ικανή από νεαρή ηλικία να κάνει θαύματα, βλέπει την επίδραση που έχει στη ζωή τής κοινότητας να εξελίσσεται άμεσα και συγκλονιστικά. Όταν η Μπενεντέτα παίρνει στο μοναστήρι της μια νεαρή γυναίκα για να τη σώσει από την κακοποιητική της οικογένεια, οι δυο γυναίκες θα συνάψουν μια παθιασμένη ερωτική σχέση με απρόβλεπτες συνέπειες.

Η Εξουσία του Σκύλου (The Power of the Dog)

Γουέστερν, αυστραλιανής παραγωγής του 2021, σε σκηνοθεσία Τζέιν Κάμπιον, με τους Μπενεντικτ Κάμπερμπατς, Κρίστεν Ντανστ, Τζέσε Πλέμονς, Κόντι Σμιτ-ΜακΦι, Τομασίν ΜακΚένζι κ.ά.

Περισσότερο ένα βραδυφλεγές δράμα, ένα μελαγχολικό λυρικό κοινωνικό σινεμά, ταιριαστό με την ιδιοσυγκρασία της Τζέιν Κάμπιον, παρά ένα γουέστερν που μιλούν τα όπλα, είναι τούτο δω το φιλμ με το οποίο η Κάμπιον κέρδισε το βραβείο σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Βενετίας.

Η ιστορία μάς μεταφέρει στην Μοντάνα του 1925, όπου μια κουρασμένη λιγομίλητη χήρα αποφασίζει να ξαναφτιάξει τη ζωή της με έναν καλότροπο ισχυρό κτηματία, παίρνοντας μαζί της στο νέο της σπίτι και τον θηλυπρεπή μοναχογιό της, κι ενώ ο ιδιόρρυθμος αδελφός του άνδρα της βάζει σκοπό να κάνει δύσκολη τη ζωή τη δική της και του παιδιού της.

Το σενάριο, βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο (1967) του Τόμας Σάβατζ, βρίσκεται μπροστά από την εποχή του, καθώς διερευνά το εύρος των καταπιεσμένων συναισθημάτων, σε μια εποχή που οι χαρακτήρες περιορίζονταν, κατά κύριο λόγο, σε γενναίους άνδρες και εγκληματίες, μοιραίες γυναίκες και υπομονετικές μανάδες. Η Κάμπιον, όμως, δεν το εκμεταλλεύεται πάντα σωστά, επιλέγοντας να αφήσει την ορμητικότητα και τα καταστροφικά συναισθήματα των ηρώων της στο περιθώριο, για να μιλήσει συμβατικά για την καταπίεση των συναισθημάτων, φέρνοντας σε πρώτο πλάνο την υπόγεια ένταση, την απειλή μιας εκρηκτικής σύγκρουσης, που τραβά σε μάκρος, με το χαλαρό μοντάζ, κάνοντας η ταινία κοιλιά, μεταξύ της έξοχης εκκίνησης και του εξαιρετικά ενδιαφέροντος φινάλε.

Πάντως, ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει την καλλιτεχνική ματιά της Κάμπιον, τη σκηνοθετική της δεξιοτεχνία, τη διακριτική αναφορά στο κλασικό γουέστερν και ειδικά στον Τζον Φορντ, με τα πανέμορφα ανοιχτά πλάνα, την κίνηση της κάμερας και τις σεκάνς που το θέμα περιβάλλεται από ένα μαύρο κάδρο. Επίσης, ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει τις καλές της προθέσεις, την ανάδειξη ευαίσθητων χαρακτήρων σε ένα σκληρό ανδρικό κόσμο, αλλά σε μεγάλο βαθμό αυτή η εμμονή της, περιορίζει και την αποτελεσματικότητα της ταινίας, χάνοντας, ωστόσο, δραματουργικά και από τις αναπάντεχες εμφανίσεις των ηρώων της και τις αχρείαστες πολλές φορές αποσπασματικές παράλληλες προσωπικές αφηγήσεις.

Σίγουρα, μια ενδιαφέρουσα ματιά, ένα αξιόλογο φιλμ, που όμως ποτέ δεν απογειώνεται και κυρίως δεν εισχωρεί βαθιά στο θεατή, όπως και οι ερμηνείες, που είναι μεν ικανοποιητικές, αλλά εγκλωβισμένες στις εμμονές της Κάμπιον.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Ο χαρισματικός κτηνοτρόφος Φιλ Μπέρμπανκ προκαλεί φόβο και θαυμασμό στους γύρω του. Όταν ο αδελφός του φέρνει στο σπίτι τη νέα του γυναίκα και τον γιο της, ο Φιλ τους βασανίζει μέχρι που έρχεται αντιμέτωπος με το ενδεχόμενο να ερωτευτεί.

Φευγαλέα Σπουργίτια (Jhalki)

Δραματική περιπέτεια, ινδικής παραγωγής του 2019, σε σκηνοθεσία Μπραχμανάντ Σιγκ, με τους Άαρτι Τζα, Μπομάν Ιράνι, Τανίσθα Τζάτερτζι, Ντίβια Ντούτα κ.ά.

Δραματική περιπέτεια, με την ινδική μαγεία να πλήττεται από μία βασανιστική ιστορία εμπορίου παιδιών, βασισμένη σε αληθινά γεγονότα, με αξιοπρόσεκτη αλλά και με αδυναμίες σκηνοθεσία και με τη μικρή πρωταγωνίστρια να κερδίζει την καρδιά μας. Τη μικρή Τζάλκι, μια ηρωίδα της ζωής, που χάνει το μικρότερο αδελφό της σε μια στιγμή και μπαίνει σε μια Οδύσσεια, για την εξεύρεσή του, στην αχανή ασιατική χώρα.

Ο σκηνοθέτης Μπραχμανάντ Σιγκ μας μεταφέρει στη μαγεία της Ινδίας, με τον εξωτισμό της και το πολύχρωμο ατελείωτο πλήθος, μιας τεράστιας χώρας του 1,4 δισεκατομμυρίου, που ένα κομμάτι της έχει μπει στους νόμους της αγοράς, του καταναλωτισμού της υπερανάπτυξης αλλά και μιας σύγχρονης εγκληματικότητας και ένα άλλο να παραμένει προσκολλημένο στις παραδόσεις, την ευγένεια και τη φτώχεια.

Μια σύζευξη και μια σύγκρουση δυο κόσμων, με θύμα ένα αγοράκι και τη θαρραλέα αδελφή του, που κάνει τα πάντα για να το σώσει, πιστεύοντας ακόμη στα λαϊκά παραμύθια και στον άνθρωπο. Εξόχως ελκυστικό και ενδιαφέρον φιλμ, απ΄ τη χώρα που γέννησε έναν από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες όλων των εποχών, τον Σατζιαζίτ Ράι και που πέρα από τις προκαταλήψεις και τα στερεότυπα περί Μπόλιγουντ, έχει επιδείξει ένα σημαντικό κινηματογραφικό έργο.

Ο Σιγκ, οδηγεί το φιλμ του με επιδεξιότητα, κερδίζει το στοίχημα με τα γυρίσματα στους φυσικούς χώρους, αλλά χάνει στην κλιμάκωση της έντασης και αρκούμενος στο δυνατό, αλλά συμβατικό στόρι του, δεν προχωρά ένα βήμα παραπέρα, σκάβοντας λίγο παρακάτω από την επιφάνεια για τα αίτια, τους λόγους που το εμπόριο παιδιών είναι ακόμη μία “μπίζνα” σε ένα παγκοσμιοποιημένο κόσμο.

Η εξαιρετική και χαρισματική νεαρά Άαρτι Τζα, οι ικανοποιητικές ερμηνείες από το υπόλοιπο καστ και το ωραίο τραγούδι στην αρχή της ταινίας, στα συν της ταινίας.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Μέσα σε ένα μόλις φευγαλέο ανοιγόκλειμα του ματιού, ο 7χρονος αδελφός της νεαρής Τζάλκι εξαφανίζεται. Τίποτα πια δεν είναι ίδιο, με την κοπέλα να αφήνει τη ζωή της στην άκρη, και να ξεκινάει μια αποστολή που πρέπει να ολοκληρωθεί με κάθε τίμημα. Μόνα της όπλα ένα λαϊκό παραμύθι που μιλάει για ένα ακούραστο σπουργίτι, αλλά και ένα ισχυρό πνεύμα μέσα της που έχει ξεχωρίσει εντός της κοινότητας της, η Τζάλκι θα ξεκινήσει την οδύσσεια της ανεύρεσης κι απελευθέρωσης του αγαπημένου της αδελφού.

Οι Άγιοι της Μαφίας (The Many Saints of Newark)

Αστυνομικό δράμα, αμερικανικής παραγωγής του 2020, σε σκηνοθεσία Άλαν Τέιλορ, με τους Αλεσάντρο Νιβόλα, Λέσλι Οντομ Τζ., Κόρεϊ Στολ, Μάικλ Γκαντολφίνι κ.ά.

Διαψεύδοντας κάθε προσδοκία, ακόμη και στους φαν της μακροχρόνιας πετυχημένης σειράς “Sorpanos”, αυτό το πρίκουελ, με την παιδική και νεανική ηλικία του Τόνι Σοπράνο, όχι μόνο είναι αχρείαστο αλλά και παράδειγμα πώς σε μια ταινία, που έχει τις βάσεις για -αν μη τι άλλο- ένα αξιοπρεπές κινηματογραφικό προϊόν, μπορούν να πάνε όλα στραβά και ανάποδα.

Το προχειρογραμμένο και ορισμένες φορές εντελώς ανούσιο σενάριο, μας γυρίζει στη δεκαετία του ’60, σε μια ταραγμένη περίοδο, με τους μαύρους να αντιδρούν στη ρατσιστική βία και επικεντρώνεται στο πρόσωπο του μαφιόζου Ντίκι Μολτισάντι, τον αγαπημένο θείο του νεαρού Τόνι, που τον επηρεάζει καθοριστικά, μη γνωρίζοντας το αποτρόπαιο πρόσωπό του, που έκρυβε απ’ όλη την οικογένεια.

Η ενδιαφέρουσα εποχή στα τέλη του ’60, που σημειώνονται αλλαγές ακόμη και στην εγκληματική δράση, οι μαζώξεις της φαμίλιας, τα φονικά, οι ενδοοικογενειακές προστριβές, οι παράνομοι και μη έρωτες, που έρχονται να φορτώσουν το φιλμ, χάνουν κάθε δυναμική απ’ τις πρώτες σκηνές, που γεμίζουν με γκροτέσκα υπερβολή, με τους ηθοποιούς να παρωδούν ουσιαστικά τους Ιταλοαμερικάνους της εποχής και ξεπερνούν τα όρια της καρικατούρας.

Από κει και πέρα, η ταινία είναι γεμάτη από τετριμμένα κλισέ των μαφιόζικων φιλμ, αποσπασματική, δίχως αφηγηματική συνέχεια, με ανούσιες επαναλήψεις, σκηνοθετικά φλύαρη, επιλέγοντας πολλές φορές εύκολες λύσεις, λες και απευθύνεται σε νηπιακό κοινό, αφήνοντας τους χαρακτήρες ξεκρέμαστους, ακόμη και στα προφανή.

Ο Τέιλορ, δείχνει ανέτοιμος να διαχειριστεί το θέμα του, πλατειάζει, αφήνει κενά στην ιστορία του, ενώ φορτώνει με άχρηστες πληροφορίες το φιλμ και ορισμένες φορές γίνεται αφόρητα πληκτικός, ενώ προκαλεί εντύπωση ότι μπορεί να έχει τη μια στιγμή μία εξαίρετη σκηνή (αυτές δεν είναι και πολλές) και αμέσως μετά να σε προσγειώνει ανώμαλα με ερασιτεχνικά πλάνα και το κυριότερο, με ακατανόητες ανοησίες, που δεν προσφέρουν τίποτα στην ιστορία του.

Οι ανδρικές ερμηνείες -ανάμεσά τους και ο γιος του Τζέιμς Γκαντολφίνι, Μάικλ στο ρόλο του νεαρού Τόνι Σοπράνο- ακόμη και έμπειρων καταξιωμένων ηθοποιών, στο σύνολό τους κακές, εν αντιθέσει με τις γυναικείες, που χωρίς να είναι κάτι το ιδιαίτερο, στέκονται επαρκώς, ξεφεύγοντας από την υπερβολή και την μπρουτάλ βαρβατίλα και γελοιότητα που τις περιβάλλει.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Ο νεαρός Τόνι Σοπράνο μεγαλώνει σε μία από τις πιο ταραχώδεις περιόδους στην ιστορία του Νιούαρκ και ανδρώνεται, καθώς αντίπαλες συμμορίες ανελίσσονται και διεκδικούν την εξουσία από την πανίσχυρη εγκληματική οργάνωση των ΝτιΜέο, που κυριαρχεί στη διχασμένη από τον ρατσισμό πόλη. Εγκλωβισμένος σε μία εποχή που αλλάζει ραγδαία είναι ο θείος που θαυμάζει, ο Ντίκι Μολτισάντι, ο οποίος παλεύει να ανταποκριθεί στις επαγγελματικές και προσωπικές του υποχρεώσεις. Η επιρροή που ασκεί στον ανιψιό είναι τέτοια που ο θείος θα πλάσει τον εύπιστο έφηβο και θα τον μεταμορφώσει στον πανίσχυρο αρχιμαφιόζο, τον Τόνι Σοπράνο.

Προβάλλονται ακόμη οι ταινίες:

Karditsa Forever

Χοντροκομμένη, τηλεοπτικής αισθητικής, ελληνική φαρσοκωμωδία του 2021, σε σκηνοθεσία του Στράτου Μαρκίδη, που θέλει να επαναλάβει την επιτυχία του 2010, όταν το “I Love Karditsa” έκοβε 350.000 εισιτήρια. Χωρίς να προσθέτει τίποτα το καινούργιο, με το φτηνό χιούμορ και διαλόγους- ανέκδοτα που ακούγονται σε στρατόπεδο νεοσυλλέκτων να παρελαύνουν, όπως και οι τηλεπερσόνες δίπλα στους πρωταγωνιστές τής ταινίας, οι παραγωγοί ποντάρουν για ακόμη μία φορά σε ένα κοινό που διψά να γελάσει με οτιδήποτε και να ξεχάσει έστω και για περίπου δυο ώρες -ούτε λεπτό παραπάνω- τα καθημερινά του προβλήματα. Για ακόμη μια φορά, το δαιμόνιο του Έλληνα, ίντριγκες, απάτες, σκάνδαλα, κρυφά πάθη με φόντο κάποιο χωριό της Καρδίτσας, στην ταλαίπωρη μεγάλη οθόνη. Παίζουν οι Θανάσης Βισκαδουράκης, Λευτέρης Ελευθερίου, Τάσος Κωστής, Τάνια Τρύπη, Δανάη Παππά, Κωνσταντίνος Καζάκος κ.ά.

Βαβέλ

Από τη Σιωπή στην Έκρηξη. Ντοκιμαντέρ από τον Μελέτη Μοίρα για το θρυλικό περιοδικό κόμικς “Βαβέλ”, που προβάλλεται αποκλειστικά στο σινέ Ανδόρα. Οι άνθρωποι που έστησαν το έντυπο και δούλεψαν με πάθος για αυτό, μιλούν για την ιστορία του, για την πρώτη του έκδοση, στις αρχές του 1981, μέχρι το τελευταίο τεύχος 27 χρόνια μετά, αλλά και για την επίδραση που είχε στην ελληνική κοινωνία και ειδικά στους νεότερους.

Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ

Περισσότερα Εδω

Προηγούμενο άρθροΑσφυκτική η κατάσταση στο Νοσοκομείο Βόλου με τις νοσηλείες λόγω κορωνο’ι’ού
Επόμενο άρθροΠοιοι γλιτώνουν το «μαχαίρι» στις συντάξεις