Παρά την προσπάθεια να πέσουν οι τόνοι από τη μεριά της νέας ηγετικής ομάδας και να δοθεί μια εικόνα ενός αντιπολιτευτικά δραστήριου κόμματος που κυρίως ασχολείται με την πολεμική ενάντια στην κυβερνητική πολιτική, είναι σαφές ότι ο ΣΥΡΙΖΑ παραμένει αντιμέτωπος με το ενδεχόμενο της ρήξης, την ώρα που ο πολιτικός κύκλος που ορίστηκε γύρω από την έννοια της «κυβερνώσας αριστεράς» έχει κλείσει.

Σε αυτό το τοπίο μπορεί κανείς να δει τις κινήσεις των διαφορετικών ρευμάτων. Από τη μια η νέα ηγεσία και ο αριθμός βουλευτών που συμπορεύεται μαζί της δείχνει να πιστεύει ότι μπορεί να ανακάμψει επικοινωνιακά και να απαντήσει στις μάλλον απαισιόδοξες προβλέψεις που δίνουν οι δημοσκοπήσεις και ως προς την απήχηση του ΣΥΡΙΖΑ και ειδικά ως προς τη δημοφιλία του ίδιου του Στέφανου Κασσελάκη που παραμένει εντυπωσιακά χαμηλή για νεοεκλεγέντα ηγέτη.

Η πολιτική γραμμή που δείχνει να αρθρώνει η νέα ηγετική ομάδα – λέμε «δείχνει» γιατί μέχρι τώρα δεν έχουν υπάρξει στρατηγικά κείμενα ή άλλες τοποθετήσεις – είναι η απεμπόληση της ταυτότητας της ριζοσπαστικής αριστεράς προς όφελος μιας αντιπολίτευσης σκληρής στο φραστικό επίπεδο, αλλά όχι απαραίτητα και στο «προγραμματικό», ένα είδος κεντροαριστεράς με στοιχεία έντονου λαϊκισμού.

Αυτό μπορεί να εξηγήσει γιατί για παράδειγμα η ηγετική ομάδα δεν έχει κάνει «αντιπολιτευτική σημαία» το ζήτημα των κυβερνητικών νομοθετικών πρωτοβουλιών για την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων κατά παράκαμψη της σχετικής Συνταγματικής απαγόρευσης, αλλά έχει κάνει το ζήτημα της φορομπηξίας και πιο πρόσφατα ξανά των υποκλοπών, παρότι ήταν το κίνημα γύρω από το άρθρο 16 στην περίοδο 2006-2007 που αποτέλεσε ένα κρίσιμο μέτωπο που τροφοδότησε πολιτικά και οργανωτικά στα πρώτα του βήματα.

Να το πούμε διαφορετικά είναι ένα μοντέλο αντιπολίτευσης όπου ο Στέφανος Κασσελάκης θα μπορεί να υποστηρίζει ότι δεν πρέπει να δαιμονοποιούμε το κεφάλαιο, αλλά ο Παύλος Πολάκης θα μπορεί να συνεχίζει να σφυροκοπά για τα κενά στο σύστημα υγείας.

Η στρατηγική αυτή στην πραγματικότητα έχει μια συνέχεια με την στρατηγική της «στροφής προς το κέντρο» που είχε υιοθετήσει ο ΣΥΡΙΖΑ και στην περίοδο μετά το 2019, τότε με πρωτοβουλία του Αλέξη Τσίπρα.

Σε αυτό το πλαίσιο δεν είναι τυχαίο ότι αυτή τη φορά ήταν αρκετά πιο εύκολο για την ηγετική ομάδα να καλέσει ανοιχτά σε υπερψήφιση των υποψηφίων της αντιπολίτευσης στον δεύτερο γύρο των αυτοδιοικητικών εκλογών, αλλά και πρακτικά να ανοίγει τη συζήτηση για μια πιθανή συνεργασία ακόμη και με το ΠΑΣΟΚ.

Άλλωστε, είναι σαφές ότι η πολιτικό μεθοδολογία της νέας ηγεσίας περιλαμβάνει και το ενδεχόμενο μιας συνολικότερης συνεργασίας και με το ΠΑΣΟΚ, ιδίως από τη στιγμή που ιδεολογικά εμπόδια που μπορεί να υπήρχαν σε μια προηγούμενη περίοδο δείχνουν να έχουν αρθεί.

Η αμηχανία της εσωκομματικής αντιπολίτευσης

Την ίδια στιγμή υπάρχει μια αμηχανία στην εσωκομματική αντιπολίτευσης, που εκδηλώνεται και με τον τρόπο που επιλέγουν να τοποθετηθούν ή να μη τοποθετηθούν κατά περίπτωση.

Αυτό έχει να κάνει λιγότερο με το ζήτημα της ρήξης με τη νέα ηγεσία, μια που είναι σαφές ότι εδώ η απόσταση πολιτικής αντίληψης και αισθητικής είναι εμφανής με δεδομένη την πλήρη απεμπόληση της αριστερής ταυτότητας από την πλευρά Κασσελάκη.

Κυρίως έχει να κάνει με το πώς θα τεκμηριωθεί στρατηγικά αυτή η επιλογή και ποια θα είναι η φυσιογνωμία ενός νέου μορφώματος.

Για ένα κομμάτι του ευρύτερου φάσματος της αντιπολίτευσης οι απαντήσεις φαντάζουν σχετικά εύκολα. Αυτό που χρειάζεται είναι μια επιστροφή στη φυσιογνωμία μιας ανανεωτικής και ριζοσπαστικής αριστεράς, ανάλογης με αυτή που χαρακτήριζε τον ΣΥΡΙΖΑ πριν από την εκλογική άνοδο του 2012.

Δεν είναι τυχαίο ότι αυτή τη στιγμή μια τέτοια τοποθέτηση παίρνουν κυρίως ένα κομμάτι προερχόμενο από την ΑΚΟΑ, τους «53» και ένα κομμάτι εκτός ΣΥΡΙΖΑ, αλλά με το βλέμμα στραμμένο εντός.

Για ένα άλλο κομμάτι, όμως, προερχόμενο περισσότερο από τον κορμό της πάλαι ποτέ «προεδρικής πλειοψηφίας», το ερώτημα εάν θα χρειαστεί μια αναδίπλωση «ταυτοτική» σε μια πιο κλασική αριστερή τοποθέτηση είναι υπαρκτό.

Με αυτό εννοούμε ότι σε αυτό το κομμάτι η ταλάντευση αφορά την επίγνωση ότι μια ρήξη σήμερα θα σηματοδοτεί εκ των πραγμάτων και το τέλος του σχεδίου για μια «κυβερνώσα αριστερά». Η διάσπαση θα σημαίνει δύο εκ των πραγμάτων μικρότερα κόμματα, με τον σχηματισμό όσων επιλέξουν την έξοδο να μην έχει καν τη δυνατότητα να επικαλείται το όνομα και τη φόρτιση του ΣΥΡΙΖΑ.

Αφορά επίσης και το εάν και κατά πόσο και με ποιον τρόπο ένας νέος σχηματισμός θα διεκδικήσει να έχει μια νέα εκδοχή «αριστερού κυβερνητισμού» ή εάν θα υπάρξει μια παλινδρόμηση σε μια λογική αριστερού αντιπολιτευτικού κόμματος.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει στην πραγματικότητα μια κατασταλαγμένη άποψη για το πώς μπόρεσε να εκτιναχθεί εκλογικά το 2012, να βρεθεί στην εξουσία του 2015, να διατηρήσει μια απήχηση σχεδόν 31% το 2019 και να καταρρεύσει το 2023

Το μονίμως αχαρτογράφητο έδαφος των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ

Όλα αυτά επικαθορίζονται και από μια κρίσιμη παράμετρο. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει στην πραγματικότητα μια κατασταλαγμένη άποψη για το πώς μπόρεσε να εκτιναχθεί εκλογικά το 2012, να βρεθεί στην εξουσία του 2015, να διατηρήσει μια απήχηση σχεδόν 31% το 2019 και να καταρρεύσει το 2023.

Αυτό έχει να κάνει με το πώς ο ΣΥΡΙΖΑ όντως κάλυψε ένα κενό μέσα σε μια συνθήκη πολιτικής κρίσης, χωρίς όμως είναι σαφές εάν αυτό που τον ενίσχυσε ήταν ο τότε ριζοσπαστισμός του ή το ίδιο το γεγονός ότι μπόρεσε να καλύψει αυτό το κενό.

Αντίστοιχα, δεν έχει μια σαφή εικόνα για το ποιες απώλειες είχε ανάμεσα στο 2015 και το 2019, ποιο ήταν το περιεχόμενο της συσπείρωσης το 2019 όπως και γιατί δεν μπόρεσε να κερδίσει από την υπαρκτή δυσαρέσκεια που δημιούργησε η πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη.

Όλα αυτά διαμορφώνουν, για όλες τις πλευρές, ένα αρκετά αχαρτογράφητο τοπίο ως προς το ποιες είναι οι σχέσεις του ΣΥΡΙΖΑ με τους ψηφοφόρους του. Και αυτό γιατί πέραν όλων των άλλων η πραγματική οργανωτική διάρθρωση του ΣΥΡΙΖΑ παρέμεινε σχετικά ισχνή σε σχέση με το μέγεθος της εκλογικής επιρροής, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να «χαρτογραφηθεί» επαρκώς αυτό εκλογικό ακροατήριο.

Όλα αυτά έχουν ως αποτέλεσμα οι όποιες εκτιμήσεις να αποτελούν περισσότερο γνώμες παρά τεκμηριωμένα σχήματα. Εξ ου και η διαρκής συζήτηση ανάμεσα στην εκτίμηση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε επειδή είχε μια ριζοσπαστική τοποθέτηση που κάλυπτε την ανάγκη μέρους κοινωνίας για μια «αντισυστημική» πρακτική και την εκτίμηση ότι κέρδισε κατά βάση γιατί κάλυψε το κενό κεντροαριστεράς που δημιούργησε η κρίση και αποδιάρθρωση τότε του ΠΑΣΟΚ.

Σε αυτό το τοπίο με έναν τρόπο ο «ελέφαντας στο δωμάτιο» σε όλες αυτές τις συζητήσεις είναι ακριβώς το πόσο μέρος του ήδη περιορισμένου ακροατηρίου του ΣΥΡΙΖΑ θα πάρει κάθε μία από τις βασικές τάσεις, συμπεριλαμβανομένου του ερωτήματος για το σε ποιο βαθμό η «ρετσινιά» του διασπαστή θα βαρύνει σε όποια τάση πάρει σχετική πρωτοβουλία. Κάτι που εξηγεί και την επιλογή της ηγετικής ομάδας να κάνει πίσω προς το παρόν για τις διαγραφές για να μη χρεωθεί «εξώθηση».

Η «ταυτότητα» και η στρατηγική

Σε κάθε περίπτωση, ο ΣΥΡΙΖΑ συνεχίζει να συζητά με όρους ταυτότητας και φυσιογνωμίας παρά στρατηγικής.

Δηλαδή, τα ζητήματα που αφορούν το πολιτικό περιεχόμενο, τους στόχους, τα αιτήματα, το κυβερνητικό πρόγραμμα της μία ή της άλλης άποψης δεν συζητιούνται στην κλίμακα που θα αναλογούσε σε προσπάθεια ανασυγκρότησης δυνάμει κυβερνητικού αριστερού σχηματισμού.

Μόνο αυτό απλώς επιτείνει τη ρευστοποίηση μιας σχέσης με το εκλογικό σώμα που εξαρχής δεν ήταν ιδιαίτερα στέρεη. Και αυτό κάνει το ενδεχόμενο της ανασυγκρότησης εν νέου μιας «κυβερνώσας αριστεράς» ακόμη πιο μακρινό.

Γιατί ακόμη και εάν κανείς υποθέσει ένα μεγάλο κύμα δυσαρέσκειας για την κυβερνητική πολιτική, αυτό δεν είναι δεδομένο σε ποιον από τους δύο ή το πιθανό τρεις διαθέσιμους «υποδοχείς» θα κατευθυνθεί.

 

Περισσότερα Εδω

Προηγούμενο άρθροΓενική Συνέλευση της Ένωσης Ποντίων Νομού Μαγνησίας
Επόμενο άρθροΔιάλεξη στον Ι.Ν. Αγίου Νικολάου για τον Όσιο Γεώργιο Καρσλίδη