«Ταξίδι μιας μεγάλης Μέρας μέσα στη Νύχτα». Αυτό το έργο επέλεξε ο νέος καλλιτεχνικός διευθυντής του ΔΗΠΕΘΕ Βόλου. Ενα έργο σταθμός για την ιστορία του θεάτρου. Ο Ευγένιος ο Νήλ είχε απαγορεύσει να παιχτεί όσο ζούσε και ήθελε να παιχτεί 25 χρόνια μετά το θάνατό του. Ωστόσο η πρεμιέρα του έγινε στο Βασιλικό Θέατρο της Στοκχόλμης, 2 Φεβρουαρίου 1956, καθώς ο Ο’ Νηλ είχε στενούς δεσμούς με το σουηδικό θέατρο. Οι αντιδράσεις ήταν συγκλονιστικές και το έργο αναγνωρίστηκε ως αριστούργημα. Η παράσταση άλλαξε για πάντα το αμερικάνικο θέατρο καθώς απέδειξε ότι η εσωτερική, οικογενειακή κόλαση μπορεί να φτάσει στο ύψος μιας αρχαίας τραγωδίας.
Παρ’ ότι το ο συγγραφέας είχε πεθάνει το 1953 το έργο κέρδισε το βραβείο Πούλιτζερ το 1957, που ήταν το τέταρτο που είχε πάρει ο συγγραφέας, και το βραβείο TONY για το καλύτερο έργο.
Το έργο διαδραματίζεται μέσα σε μία μόνο ημέρα του Αυγούστου του 1912, στην παραθαλάσσια κατοικία της οικογένειας Ταϊρόν. Παρακολουθούμε τέσσερα μέλη της οικογένειας, καθώς οι μάσκες πέφτουν και οι εσωτερικοί τους δαίμονες έρχονται στην επιφάνεια.
Η σκηνοθεσία του Αλέξανδρου Μπαλαμώτη αντιμετώπισε το έργο με μεγάλο σεβασμό αφήνοντας σιγά – σιγά να εκδηλωθούν οι εσωτερικές συγκρούσεις και ν’ ανατρέψουν την αρχική οικογενειακή ειδυλλιακή ατμόσφαιρα.
Τα σκηνικά της Αννυ Γαλανού έφεραν το έργο στη σημερινή εποχή της ψηφιακής εικόνας για να μας θυμίζουν ότι δεν είναι μια υπόθεση που παίχτηκε κάποτε, αλλά είναι κάτι που ακουμπάει το σήμερα.
Η μουσική του Ανδρέα Κατσιγιάννη συνοδεύει τη δράση και ουσιαστικά συμπορεύεται με την σκηνογραφία τοποθετώντας αυτή την οικογενειακή τραγωδία σε κάθε εποχή.
Η Μαριάννα Τουμασάτου ως Μαίρη Ταϊρόνς είναι μια ηθοποιός εγνωσμένης εμβέλειας. Κράτησε το ρόλο της με συνέπεια από την πρώτη πράξη μέχρι την κορυφαία τελική στιγμή του έργου που γίνεται το πρόσωπο μιας τραγωδίας.
Ο Γρηγόρης Γαλάτης ως πατέρας Τζε’ι’μς Ταίρον είναι μια έκπληξη. Ο ρόλος του είναι εξαιρετικά δύσκολος, γιατί έχει σημαντικές μεταπτώσεις, που θα μπορούσαν να τον κάνουν να γυρίσει στην κωμωδία, ή στην απέχθεια.
Εκπληξη είναι ο Γιώργος Καφετζόπουλος, γιος του Αντώνη Καφετζόπουλου, ένας μοναδικός ηθοποιός. Ο ρόλος του Τζε’ι’μυ του μεγάλου παιδιού είναι ένας επικίνδυνος ρόλος γιατί έχει πολλά χαρακτηριστικά μονοδιάστατης προσωπικότητας. Καταφέρνει να βγάλει μια πολυπλοκότητα και ειδικά στο δεύτερο μέρος που παρουσιάζεται ”μεθυσμένος”.
Ο Εντμουντ, που το ρόλο του παίζει ο Θωμάς Βασιλειάδης, ήταν ο Ευγένιος ο Νηλ. Το 1912 διαγνώσθηκε με φυματίωση και οδηγήθηκε σε σανατόριο στο Κονέκτικατ. Αυτή η περίοδος της αναγκαστικής απομόνωσης και της εγγύτητας με τον θάνατο ήταν που τον έκανε να αποφασίσει να γίνει δραματουργός. Όπως είχε πει ο ίδιος, στο σανατόριο βρήκε το χρόνο να διαβάσει πολύ και να σκεφτεί, μετατρέποντας την αρρώστια του σε μια πνευματική γέννηση. Στο έργο, ο Έντμουντ μοιράζεται και άλλα κοινά στοιχεία με τον Ο’ Νηλ. Την αγάπη για την ποίηση (συχνά απαγγέλλει Μπωντλαίρ ή Σουίνμπερν). Το παρελθόν του ως ναυτικός. Την αμφισβήτηση των αξιών της οικογένειάς του και την τάση του προς τον φιλοσοφικό πεσιμισμό. Η φυματίωση του Έντμουντ λειτουργεί στο έργο και ως σύμβολο. Είναι η «σωματική» αρρώστια που έρχεται να προστεθεί στην «ψυχική» αρρώστια της οικογένειας (τον αλκοολισμό των αντρών και τον εθισμό της μητέρας).
Το ρόλο της υπηρέτριας, της Καθλήν, τον ερμηνεύει η Σελήν Φιλιπιτζή. Αν και μοιάζει δευτερεύων μπροστά στον όγκο των τεσσάρων κεντρικών χαρακτήρων, είναι εξαιρετικά κομβικός για τη δομή και την ψυχολογία του έργου. Είναι ο μοναδικός άνθρωπος μέσα στο σπίτι που δεν ανήκει στον κλειστό, τοξικό κύκλο των Ταϊρόν. Είναι μια γυναίκα της εργατικής τάξης, απλή, κάπως αδιάκριτη αλλά και “γειωμένη”. Η παρουσία της λειτουργεί ως μέτρο σύγκρισης. Μπροστά της, οι Ταϊρόν προσπαθούν –αποτυχημένα– να κρατήσουν τα προσχήματα της “ευτυχισμένης αστικής οικογένειας”. Και ο πιο σημαντικός της ρόλος είναι ότι λειτουργεί ως το πρόσωπο στο οποίο η Μαίρη Ταϊρόν (η μητέρα) απευθύνει τους μονολόγους της όταν οι άντρες λείπουν. Η Καθλήν δεν καταλαβαίνει το βάθος της τραγωδίας της Μαίρης ούτε τις πνευματικές της ανησυχίες. Αυτή η έλλειψη κατανόησης κάνει τη μοναξιά της Μαίρης να φαίνεται ακόμα πιο σπαρακτική. Η Μαίρη μιλάει σε μια γυναίκα που απλώς την ακούει χωρίς να την κρίνει, αλλά και χωρίς να μπορεί να τη βοηθήσει, προσφέροντας έτσι στη Μαίρη έναν χώρο να “βγάλει” το παρελθόν της ενώ είναι υπό την επήρεια της μορφίνης.
Η Ελλάδα κατέχει τα πρωτεία στη αίσθηση της μοναξιάς στην Ευρώπη, όχι απαραίτητα γιατί οι άνθρωποι ζουν μόνοι, αλλά γιατί νιώθουν μόνοι μέσα στις σχέσεις τους. Το έργο του Ο’ Νηλ είναι η απόλυτη απεικόνιση αυτής της κατάστασης. Οι Ταϊρόν είναι συνεχώς μαζί, στον ίδιο χώρο, μιλάνε ακατάπαυστα, αλλά δεν επικοινωνούν. Σε μια κλειστή κοινωνία, η μοναξιά επιτείνεται από την ανάγκη να «φαίνονται όλα καλά». Ο Ο’ Νηλ δείχνει ότι η μεγαλύτερη μοναξιά είναι να κρύβεις τον πόνο σου από τους πιο κοντινούς σου ανθρώπους για να μην γκρεμιστεί το οικογενειακό είδωλο. Σήμερα που συζητάμε ανοιχτά για την κακοποίηση, το έργο αναδεικνύει τις πιο ύπουλες μορφές της: 1) Οικονομικός έλεγχος: Ο πατέρας ασκεί μια μορφή κακοποίησης μέσω της τσιγκουνιάς, αρνούμενος ουσιαστική περίθαλψη στη γυναίκα και τον γιο του. 2) Ψυχολογική χειραγώγηση: Οι άντρες της οικογένειας συχνά κάνουν τη Μαίρη να αμφιβάλλει για τη λογική της ή την κατηγορούν για την κατάστασή της, αντί να δουν το δικό τους μερίδιο ευθύνης. 3) Συναισθηματική βία: Οι συνεχείς επικρίσεις, οι ειρωνείες και το «ξύσιμο» παλιών πληγών είναι μια μορφή βίας που στην ελληνική επαρχία συχνά βαφτίζεται «οικογενειακός καυγάς», ενώ στην πραγματικότητα είναι συστηματική εξόντωση του άλλου.
Στον Βόλο, όπως και σε κάθε πόλη με έντονο το στοιχείο της γειτονιάς και της κοινωνικής κριτικής, η «ομίχλη» του έργου συμβολίζει το μυστικό. Η Μαίρη Ταϊρόν παίρνει ναρκωτικά και όλοι το ξέρουν, αλλά κανείς δεν το λέει έξω από το σπίτι. Οι άντρες είναι αποτυχημένοι στη ζωή τους και αλκοολική και ρίχνουν τα βάρη Η εικόνα που βγαίνει στα social media προσπαθεί να κρύψει την παθογένεια των περιστατικών κακοποίησης. Κι αυτό που κάποιος προσπαθεί να κρύψει είναι αυτό που τελικά σκοτώνει.
Για μια πόλη σαν τον Βόλο, ο συμβολισμός του Έντμουντ που θέλει να γίνει «ένα με τη θάλασσα» για να ξεφύγει, είναι πολύ ισχυρός. Η θάλασσα στο έργο είναι το μόνο μέρος όπου υπάρχει ελευθερία από τα δεσμά της οικογένειας. Σήμερα, αυτό μεταφράζεται στην ανάγκη των νέων ανθρώπων να φύγουν από το τοξικό περιβάλλον της επαρχίας ή της παθολογικής οικογένειας για να μπορέσουν να «αναπνεύσουν».
Εν τέλει είναι ένα έργο που δικαιώνει τον προορισμό του Θεάτρου που γεννήθηκε στην Ελλάδα, ότι παραμένει το βασικό μέσο εκπαίδευσης των ανθρώπων και ιδιαίτερα στην σημερινή εποχή που η ανάγνωση βιβλίων έχει μειωθεί στο ελάχιστο.
Νίκος  Βαραλής
Προηγούμενο άρθρο«Βαριέμαι τον τρόπο με τον οποίο καλύπτεται η υπόθεση του Γιώργου Μαζωνάκη»
Επόμενο άρθροΗ Φιορεντίνα έχει «σφυγμό», 5-1 την Ουντινέζε