Η Μαρία Σπανού, πρόεδρος του Λυκείου Ελληνίδων Βόλου αναφέρει με αφορμή το θάνατο της Καίτης Ζωρζήλου-Σαμαρτζή:
”«Eσβησε» σήμερα πλήρης ημερών ένας δικός μας άνθρωπος, η Καίτη Ζωνζήλου-Σαμαρτζή, αφήνοντας πίσω της μία σημαντική παρακαταθήκη στον πολιτισμό της νεότερης ιστορίας του Βόλου.
Η Καίτη Ζωνζήλου-Σαμαρτζή, προερχόμενη από τις παλαιότερες οικογένειες του Αγίου Γεωργίου Νηλείας, αδελφή της αείμνηστης Τζένης Ζωνζήλου-Μπορλότου, υπήρξε μια σπουδαία προσωπικότητα. Εξαιρετική πιανίστα με καταξίωση και αναγνώριση και μία φιλόπονος εργάτρια του μουσικού πολιτισμού της πόλης, που, επί ολόκληρες δεκαετίες, πορεύτηκε στο διάβα του χωρίς εξάρσεις, αλλά με οδηγό τις αρετές της, που ήταν το ταλέντο της, η φιλομάθεια, η εργασία και η προσφορά, αξίες που φιλτράρονται μέσα από την αξιοπρέπεια και το ήθος της. Από πολύ μικρή άκουσε μέσα της τα πρώτα κελεύσματα της μουσικής και τα ακολούθησε. Ξεκίνησε αμέσως τα μαθήματα πιάνου με την Αννέτα Τσολάκη (1878-1972), μια φωτεινή παρουσία, που, από τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα που εγκαταστάθηκε στον Βόλο, πρωτοστάτησε στη πολιτιστική και καλλιτεχνική ευημερία της πόλης.
Αργότερα, η νεαρή Καίτη συνέχισε τις σπουδές της στο Παράρτημα Βόλου του Εθνικού Ωδείου με καθηγήτρια την Λέλα Σταμούλη. Το 1956 πήρε το δίπλωμά της με Α΄ βραβείο παμψηφεί και πρόεδρο της Επιτροπής τον Μανώλη Καλομοίρη. Από τότε, το πιάνο έγινε ο ρυθμός της ζωής της. Έδωσε πολλά ρεσιτάλ στον Βόλο, στη Λάρισα και σε πολλές ελληνικές πόλεις. Συμμετείχε σε μουσικές εκδηλώσεις και στο εξωτερικό. Οι παλιότεροι θα τη θυμούνται, για πολλά χρόνια, ως παραγωγό μουσικού προγράμματος στον ραδιοφωνικό σταθμό Βόλου. Ως καθηγήτρια πιάνου εργάστηκε στο Εθνικό Ωδείο Βόλου και στο Δημοτικό Ωδείο Λάρισας. Εργάστηκε βέβαια και στο Δημοτικό Ωδείο Βόλου, όπου υπήρξε μία εκ των συνιδρυτριών του, το 1976, επί δημαρχίας Θεόδωρου Κλαψόπουλου. Τότε, η Καίτη ένωσε τις δυνάμεις της με τους πρώτους επιλεγέντες καθηγητές που στελέχωσαν το Ωδείο, προσφέροντας φιλότιμα και με προσήλωση τις υπηρεσίες της στο εγχείρημα, με πρώτη διευθύντρια τη Λ. Σταμούλη. Το 1983, η Καίτη Σαμαρτζή ίδρυσε την ομώνυμη Μουσική Σχολή Μαγνησίας, η οποία αποτέλεσε μια δημιουργική εστία εκπαίδευσης και ένα εξαιρετικό φυτώριο για πολλούς νέους Βολιώτες μουσικούς. Συνεργάστηκε ως σολίστ ή συνοδός πιάνου σε πάρα πολλές εκδηλώσεις με μουσικό, θεατρικό ή κοινωνικό περιεχόμενο. Οργάνωσε πολλά αφιερώματα σε μεγάλους Έλληνες και ξένους δημιουργούς ελαφριάς και κλασικής μουσικής. Στήριξε πλήθος φορέων σε εκδηλώσεις τους αμισθί και έλαβε τιμητικές διακρίσεις. Επάξια κέρδισε τον σεβασμό των ομοτέχνων της και γενικά των ανθρώπων της τέχνης.
Η Καίτη, όμως, ταυτόχρονα με το πιάνο καλλιέργησε και μία ακόμα αγάπη της. Είναι το κέντημα, από τους πλουσιότερους κλάδους της ελληνικής χειροτεχνίας. Θυμάμαι την ωραία έκθεση που οργανώσαμε προς τιμήν της στο σαλόνι του Λυκείου των Ελληνίδων Βόλου, το 2013. Μια συλλογή έργων της με μεγάλο ενδιαφέρον, λόγω της πρωτοτυπίας τους, όχι μόνο χάρη στην πλούσια θεματολογία τους αλλά στο τρόπο που η ίδια απέδιδε τα θέματά της. Το κάθε της κέντημα κι ένας πίνακας ζωγραφικής, αφού η ίδια πρώτα δημιουργούσε ένα τέλειο ζωγραφικό έργο και μετά άρχιζε να το κεντάει, προσπαθώντας με έναν ευφάνταστο τρόπο να μην αλλοιώσει την αρχική μορφή του έργου και να δημιουργήσει έναν τέλειο χρωστήρα. Τα έργα της σχεδόν όλα μινιατούρες. Εκτός από τη δική της ζωγραφική, της άρεσε επίσης να αντιγράφει- σε μικρογραφίες γκομπλέν- έργα διάσημων ζωγράφων, όπως του Γκογκέν, του Βαν Γκόγκ καθώς και έργα τοπικών λαϊκών ζωγράφων. Για να αντιγράψει, όπως έλεγε, ένα έργο του Χριστόπουλου και μετά να το κεντήσει χρειάστηκε να εργαστεί πάνω από 200 ώρες. Είναι εντυπωσιακό που μόνη της δημιουργούσε τις υποθέσεις των έργων της: «Από μικρή κεντώ και έχω αφιερώσει μεγάλο μέρος του ελεύθερου χρόνου μου στην τέχνη αυτή. Αργότερα άρχιζα να ζωγραφίζω. Αλλ’ ότι ζωγράφιζα ήθελα μετά να το κεντώ. Και αυτό συνέβη στην επιθυμία μου να ξεπεράσω την απλή μορφή χειροτεχνήματος και το κέντημα να το κάνω έργο τέχνης». Αυτό, είχε υπογραμμίσει, με αφορμή την έκθεσή της στο Λύκειο, περιγράφοντάς μας ότι είχε αφιερώσει πολύ χρόνο και αγάπη στο κέντημα, δημιουργώντας μια καλή συλλογή, την οποία άρχισε να εκθέτει. Στο πρόσωπο του Κίτσου Μακρή είχε βρει έναν θερμό υποστηρικτή του έργου της, ο οποίος τη βοήθησε να το παρουσιάσει στον τότε Οργανισμό Χειροτεχνίας Βόλου. Μετά την πρώτη της έκθεση, το 1964 ,ακολούθησαν και άλλες στον Βόλο και σε ομαδικές εκθέσεις στο εξωτερικό με επιτυχία.
Πέραν από τη τέχνη, όμως, η Καίτη Σαμαρτζή υπήρξε βέβαια και μια αγωνίστρια της ζωής και μια σπουδαία μητέρα για τις δύο αγαπημένες της κόρες, την Αγγέλα, που «έφυγε» τέτοια ακριβώς ημέρα πριν χρόνια και την Μάχη, όπως και για τα τρία αγαπημένα της εγγόνια. Στην οικογένειά της αφήνει τώρα πολύτιμη κληρονομιά –φήμη αγαθή.
Καλό ταξίδι, καλή μας κυρία Καίτη. Θα σε θυμόμαστε με αγάπη.
Μαρία Σπανού”

Nίκος Βητσόπουλος







