Με τη δυσάρεστη είδηση του θανάτου ενός εκ των θρύλων του ελληνικού μπάσκετ, του Βασίλη Γκούμα σε ηλικία 79 ετών, ξεκίνησε η τελευταία εβδομάδα του Μαρτίου.

«Ο αυτοκράτορας», όπως ήταν το προσωνύμιο του, πολύ καιρό πριν αυτό αποδοθεί στην μεγάλη ομάδα του Άρη της δεκαετίας του ’80, αγωνιζόταν στη θέση του πάουερ φόργουορντ και του σέντερ και υπήρξε ένας από τους κορυφαίους καλαθοσφαιριστές στην ιστορία του ελληνικού μπάσκετ και από τους καλύτερους Ευρωπαίους της εποχής του.

Η καριέρα του

Ξεκίνησε την καριέρα του στον Ολυμπιακό Βόλου, στον τόπο που γεννήθηκε, για να ακολουθήσει ο Πανελλήνιος στον οποίο έπαιξε τα περισσότερα χρόνια της καριέρας του από το 1963 μέχρι το 1979, με μικρά διαλλείματα διετιών που αγωνιζόταν στον Ολυμπιακό Αντίς Αμπέμπα, ομογενειακό σωματείο της Αιθιοπίας, αλλά και ενός έτους, στην Κορινθίους Αθλητική Λέσχη Γιοχάνεσμπουργκ της Νοτίου Αφρικής και την Λαουρένσο Μαρκές της Μοζαμβίκης το 1970.

Με τη φανέλα του Πανελληνίου αναδείχθηκε τέσσερις φορές πρώτος σκόρερ του ελληνικού πρωταθλήματος (1970, 1974, 1975, 1977), μια επίδοση ρεκόρ για την εποχή του που ξεπεράστηκε αργότερα μόνο από το Νίκο Γκάλη.

Με το αγαπημένο του νούμερο 5, είναι ο ψηλότερος στην πεντάδα του Πανελληνίου

Το 1979 μεταγράφηκε στην ΑΕΚ και το 1981 στις 17 Ιουλίου την οδήγησε στην κατάκτηση του Κυπέλλου Ελλάδας σημειώνοντας 30 πόντους στον τελικό απέναντι στον Ηρακλή Θεσσαλονίκης (84–78). Ήταν ο πρώτος τίτλος της «βασίλισσας» μετά από 11 χρόνια. Το 1980 ήταν φιναλίστ κυπέλλου με την ΑΕΚ, η οποία τον τίμησε για την προσφορά του στην ομάδα σε ειδική εκδήλωση το 2019.

Στην ΑΕΚ φορώντας πάντα το αγαπημένο του 5, με τους Απόστολο Κόντο (4) Γιώργο Αγιασωτέλη (6) και Μηνά Γκέκο (9).

Στο τέλος της καριέρας του αγωνίστηκε για τρία χρόνια στον Ηλυσιακό, βοηθώντας την ομάδα να ανέβει στην Α1 κατηγορία, όπου την περίοδο 1986–87 στα 40 του χρόνια ήταν δεύτερος σκόρερ του πρωταθλήματος με 22,3 πόντους μέσο όρο, πίσω φυσικά από τον Νίκο Γκάλη. Τη συγκεκριμένη χρονιά, ο Ηλυσιακός είχε προπονητή τον Φαίδωνα Ματθαίου και εκτός του Γκούμα στην ομάδα έπαιζαν ακόμη ο Κυριάκος Βίδας, ο Γιώργος Καστρινάκης, ο Δημήτρης Κοκολάκης, ο Χάρης Παπαγεωργίου και άλλοι.

Τη σεζόν 1986-87, μάλιστα, ήταν ο πρώτος σκόρερ του Ηλυσιακού στους δύο αγώνες, κόντρα στον Άρη, κοντράροντας τον Νίκο Γκάλη. (Άρης-Ηλυσιακός 117-77, Γκάλης 53- Γκούμας 23 και Ηλυσιακός – Αρης 80-118 , Γκούμας 31- Γκάλης 40).

Σταμάτησε το μπάσκετ στα τέλη του 1987 (σεζόν 1987-88) σε ηλικία 42 ετών.

Ο πρώτος που ξεπέρασε τους 10.000 πόντους

Ο Βασίλης Γκούμας ο πρώτος καλαθοσφαιριστής που ξεπέρασε τους 10.000 πόντους στο πρωτάθλημα της Α’ Εθνικής το 1983 και συνάμα ο δεύτερος στην Ευρώπη. Το επίτευγμα του καταγράφηκε στις 3 Δεκεμβρίου του 1983, στην αναμέτρηση ΑΕΚ – ΒΑΟ, στο κλειστό του Ιωνικού Νέας Φιλαδέλφειας. Η αναμέτρηση διακόπηκε προσωρινά, για να του απονεμηθεί αναμνηστική πλακέτα από τον αρχηγό των Θεσσαλονικιών Αλέκο Παρασκευά, σε μία ιδιαίτερα συγκινητική στιγμή αναγνώρισης της αξίας του, αλλά και μια μπάλα Molten, στην οποία έγραφε πάνω 10.000 (πόντοι).

Αποχώρησε στα τέλη του 1987, όντας ο κορυφαίος σκόρερ στην ιστορία του ελληνικού πρωταθλήματος με 11.030 πόντους σε 412 αγώνες, ρεκόρ που ξεπεράστηκε αργότερα (το 1992) μόνο από το Νίκο Γκάλη (12.864 πόντοι). Εξακολουθεί επίσης να παραμένει ο δεύτερος σε μέσο όρο πόντων με 26,8 ανά αγώνα.

Βασίλης Γκούμας και Μίλτος Λαζαρίδης, σε αγώνα Πανιώνιος- ΑΕΚ την περίοδο 1979-80

Η καριέρα του στην Εθνική Ελλάδας

Ήταν διεθνής με την Εθνική Ελλάδας από το 1963, οπότε αγωνίστηκε στο Βαλκανικό Πρωτάθλημα Εφήβων σε τέσσερις συναντήσεις. Το ντεμπούτο του, στις 28 Αυγούστου με αντίπαλο τη Βουλγαρία, συνδυάστηκε με 8 πόντους. Χρίστηκε συνολικά 114 φορές διεθνής με την ομάδα των Ανδρών και σημείωσε 1.641 πόντους (μ.ο. 14,4). Συμμετείχε σε τέσσερα Ευρωμπάσκετ, το 1967 όπου είχε μέσο όρο 4,7 πόντους, το 1969 με  μέσο όρο 9,4 πόντους, το 1973 με μέσο όρο 9,3 πόντους και το 1975 με μέσο πόντων 14,4.

Τις καλύτερες εμφανίσεις του με την εθνική ομάδα τις έκανε στο Προολυμπιακό Τουρνούα του 1972 με μέσο όρο 20,1 πόντους. Είναι έβδομος σκόρερ στην ιστορία της εθνικής Ελλάδας, με ρεκόρ καριέρας στις 31 Ιανουαρίου 1971 όταν σημείωσε 41 πόντους με την εθνική. Τελευταία του εμφάνιση με το εθνόσημο στις 16 Ιουνίου 1975, στην ήττα της Ελλάδας από την Τουρκία με 74–64, για το Ευρωμπάσκετ του 1975, στο Βελιγράδι, καθώς ακολούθησε ο ισόβιος αποκλεισμός του από την εθνική ομάδα, λόγω ενός επεισοδίου, όταν πέταξε από το μπαλκόνι του ξενοδοχείου που είχε καταλύσει η ελληνική αποστολή στο Δούναβη, τα αναμνηστικά δώρα που είχαν μαζί τους οι παράγοντες της ΕΟΚ για τους παράγοντες της FIBA.

Έπαιξε στη μικτή Ευρώπης, δίπλα στους κορυφαίους

Το 1974 κλήθηκε και αγωνίστηκε στη Μικτή Ευρώπης όπου συμμετείχε σε τέσσερις αγώνες που δόθηκαν σε Ιταλία και Βραζιλία με αντίπαλο τις μικτές Βόρειας και Νότιας Αμερικής μαζί με κορυφαίους Ευρωπαίους καλαθοσφαιριστές όπως τους Σεργκέι Μπέλοφ, Κρέζιμιρ Τσόσιτς, Ντίνο Μενεγκίν, Γουέιν Μπράμπεντερ, Πιερλουίτζι Μαρτζοράτι, κ.α.

Μεγάλος… σκόρερ και εκτός γηπέδων

Ο Βασίλης Γκούμας, εκτός από σπουδαίος καλαθοσφαιριστής και σκόρερ, υπήρξε μεγάλος… σκόρερ και εκτός γηπέδων. Μποέμ τύπος, ασυναγώνιστος γλεντζές και φανατικός λάτρης του… ποδόγυρου, όπως έλεγαν οι παλαιότεροι.

Μαζί με τον έτερο σπουδαίο σκόρερ τον κολλητό του Γιώργο Κολοκυθά του Παναθηναϊκού, – αείμνηστο από το 2013 – υπήρξαν συμπαίκτες στην εθνική ομάδα, αλλά και στα γλέντια και τα ξενύχτια με αιθέριες πάντα υπάρξεις, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.

Ο “διόσκουρος” του Βασίλη Γκούμα, Γιώργος Κολοκυθάς

Οι ολονύχτιες… κοπάνες με τον Κολοκυθά για …«dolce vita»

Στην ιστορία έχουν μείνει άλλωστε οι ολονύχτιες… κοπάνες τους,  από τα ξενοδοχεία που κατέλυε η εθνική ομάδα ανά την Ευρώπη, κυρίως πριν τα παιχνίδια (αλλά και μετά όταν διανυκτέρευε η αποστολή), για να γλεντήσουν όπως μόνο εκείνοι ήξεραν στα διάφορα μπαράκια και να επιστρέψουν τα ξημερώματα πίσω, με τον προπονητή της Εθνικής Ρίτσαρντ Ντουκσάιρ να τους ψάχνει εναγωνίως. Το απόγευμα ή το βράδυ βέβαια στους αγώνες της εθνικής ήταν το πρωταγωνιστικό δίδυμο και εντός γηπέδου, φορτώνοντας τα αντίπαλα καλάθια με πολλούς πόντους, αποδεικνύοντας έτσι ότι η καλύτερη προπόνησή τους ενόψει των παιχνιδιών, ήταν ότι είχε προηγηθεί τις προηγούμενες νύχτες.

Οι δύο κολλητοί, που πάντα ήταν στο ίδιο δωμάτιο στις αποστολές, περίμεναν μέχρι να κοιμηθούν οι εκάστοτε προπονητές της εθνικής για να την …κοπανήσουν. Αν δεν συνέβαινε αυτό και οι προπονητές ή τα άλλα στελέχη της εθνικής κάθονταν στο σαλόνι, ο Γκούμας και ο Κολοκυθάς, έβρισκαν άλλη λύση. Πήδαγαν από τα μπαλκόνια και έφευγαν για να διασκεδάσουν στα μπαρ και να κάνουν την «dolce vita» τους…

Ειδικά, οι… αποδράσεις τους στην Μπρατισλάβα, το Βελιγράδι, ακόμη και το Ελσίνκι, έχουν γράψει ιστορία, όπως έλεγαν οι τότε συμπαίκτες τους.

Στις λίγες περιπτώσεις που το δωμάτιο στις αποστολές τύχαινε να είναι τρίκλινο, ο Απόστολος Κόντος ήταν πάντα, ο τρίτος της παρέας, για να τους καλύπτει, και αυτός που τα… άκουγε από τον Ρίτσαρντ Ντουκσάιρ, όπως θυμούνται οι παλαιότεροι, όταν οι «διόσκουροι» επέστρεφαν τα ξημερώματα.

Εντός  Ελλάδας βέβαια, η παρέα των δύο κολλητών στα ξενύχτια και την «dolce vita», διευρυνόταν και γινόταν τετράδα, ή πεντάδα, όπως λένε οι παλαιότεροι που γνωρίζουν πρόσωπα και πράγματα, με τη συμμετοχή ακόμη του Βασίλη Κωνσταντίνου και του Βίκτωρα Μητρόπουλου του ποδοσφαιρικού Παναθηναϊκού, και –αργότερα- του καλαθοσφαιριστή του Σπόρτινγκ, Σαράντη Παπαχριστόπουλου.

Οι «κακές γλώσσες» λένε μάλιστα ότι η παρέα είχε και ένα καρνέ, όπου ονομάτιζαν και βαθμολογούσαν τις εκάστοτε κατακτήσεις τους για την ομορφιά και τις… επιδόσεις τους,  από το -10 έως το 10.

Θα βρει τον κολλητό του για να συνεχίσουν τα γλέντια τους με τα… ουρί του Παραδείσου

Ο Βασίλης Γκούμας, έφυγε σήμερα 30 Μαρτίου απόλυτα χορτασμένος από όσα έζησε στα 79 χρόνια του βίου του, έχοντας κερδίσει την καθολική αναγνώριση και τον σεβασμό για όσα σπουδαία πέτυχε στις αγνές και ρομαντικές εποχές του Ελληνικού μπάσκετ.

Πάει να βρει τον κολλητό του, τον Γιώργο Κολοκυθά, που τον περιμένει εκεί ψηλά, καπνίζοντας τα πουράκια του, για να τα πιούν όπως παλιά και να συνεχίσουν τα γλέντια τους με τα… «ουρί του Παραδείσου»…

Περισσότερα Εδω

Προηγούμενο άρθρο«Θα είσαι για πάντα εδώ»
Επόμενο άρθρο«Φέτος είμαι καλά, γιατί ηρέμησα και συνειδητοποίησα ποια είμαι και τι θέλω να κάνω»