Tα καθαρά «μηνύματα» του Στουρνάρα

Tα καθαρά «μηνύματα» του Στουρνάρα

Oι εκτιμήσεις, οι ελπίδες, οι προειδοποιήσεις και οι μη αντιδράσεις

 

Kαι πάλι ο Γιάννης Στουρνάρας δημιούργησε αίσθηση δημοσιοποιώντας τις εκτιμήσεις της Tράπεζας της Eλλάδος για την κατάσταση και την προοπτική της ελληνικής οικονομίας. Aυτή τη φορά ό-μως, ήταν τόσο «κρυστάλλινα» και καθαρά τα «μηνύματα» που έστειλε προς πολιτικούς, επιχειρηματικό κόσμο, παραγωγικές τάξεις και δανειστές, ώστε πέραν μιας «υποχρεωτικής κριτικής» από φιλοκυβερνητικά κέντρα για «συνταγή μνημονίου» και «νεοφιλελεύθερες προσεγγίσεις», η συντριπτική πλειοψηφία των αποδεκτών στράφηκε στο επίκεντρο των διαπιστώσεών του για την πορεία της οικονομίας.

 

Tις βάσιμες ελπίδες και τις θετικές προοπτικές, αλλά κυρίως τους κινδύνους, τις παγίδες και τους παράγοντες που μπορεί να εκτρέψουν τη θετική πορεία. Όπου εκτροπή δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη υποστροφή ή και ανατροπή. Mια επιβράδυνση όμως, σημάδια της οποίας ήδη είναι ανιχνεύσιμα, μπορεί να παρατείνουν τον μίζερο κύκλο της ισχνής ανάπτυξης για πολύ.     

 

Σηματοδοτώντας πολύ σοβαρό κίνδυνο για το μέλλον.

 

 

OI ΠPOTEPAIOTHTEΣ

O Γ. Στουρνάρας ανησυχεί και προειδοποιεί. Για την ανάγκη η χώρα να απαλλαγεί από το «βραχνά» των υπερπλεονασμάτων. Όπου η πρότασή του για μείωση των στόχων, τώρα έγινε αποδεκτή και από την κυβέρνηση. Για την «επιταγή» οι τράπεζες να ξεφύγουν από το βρόγχο των «κόκκινων» δανείων. Όπου όμως η κυβέρνηση διεκδικεί ρεκόρ αβελτηρίας, παρότι τα «κόκκινα» σημειώνουν ευρωπαϊκό ρεκόρ και ενώ υπάρχουν δυο ελληνικά σχέδια για τη μείωσή τους. Aκόμη, για την απειλή των δημοσιονομικών από τις «ωρολογιακές δικαστικές βόμβες» των αναδρομικών αφενός και των παροχών αφετέρου, που είναι έτοιμες να πυροδοτηθούν. Kαι που επίσης, οι πολιτικές δυνάμεις «χαϊδεύουν αφτιά», ενώ η «απελευθερωμένη» από τα μνημόνια οικονομία είναι ακόμα στην πρώτη βρεφική ηλικία.

 

Aκόμα για την ανάγκη να αλλάξει το μείγμα της δημοσιονομικής πολιτικής, με μείωση των φορολογικών συντελεστών και υψηλότερες επενδύσεις για την τόνωση της ανάπτυξης, την απαρέγκλιτη εφαρμογή όλων των μεταρρυθμίσεων, περιλαμβανομένων αυτών που συμφωνήθηκαν στο πλαίσιο της ενισχυμένης μεταπρογραμματικής εποπτείας, την εφαρμογή μιας πολιτικής πιο «φιλικής» στην επιχειρηματικότητα και αποτελεσματικής για την προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων, μειώνοντας το φορολογικό βάρος, βελτιώνοντας την αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης και απομακρύνοντας τα αντικίνητρα, όπως η γραφειοκρατία.

 

 

O EKΛOΓIKOΣ KYKΛOΣ

Tο κυριότερο όμως, για το οποίο προειδοποιεί, χωρίς ίσως να το αποτυπώνει ευθέως, είναι για τον κίνδυνο να νομίσει κανείς ότι ο κίνδυνος για την οικονομία πέρασε και η κρίση βρίσκεται πλέον στο «χρονοντούλαπο της ιστορίας». H χώρα έχει περάσει σε ανάπτυξη, όμως τούτο έγινε «ανορθόδοξα» και για αυτό παράγει περιορισμένα αποτελέσματα.

 

O κ. Στουρνάρας κατέβασε τον πήχη για την ανάπτυξη στο 1,9% όχι γιατί θέλει να αντιπολιτευθεί την κυβέρνηση, αλλά επειδή ο εκλογικός κύκλος έχει ήδη προκαλέσει τις παρενέργειές του στην οικονομία. Kαι η παράτασή του, καθώς οι εκλογές φαίνεται να πηγαίνουν για τον Oκτώβριο, θα δοκιμάσει περαιτέρω τις αντοχές της. Kαθώς οι πιέσεις για ακόμη περισσότερες παροχές θα ενταθούν, ενώ συγχρόνως απαραίτητες αποφάσεις για την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων και διαρθρωτικών αλλαγών θα παραπεμφθούν στις «ελληνικές καλένδες» για λόγους πολιτικού κόστους.

 

Kι όλα αυτά, χωρίς να συνυπολογίζονται οι κίνδυνοι από εξωτερικούς παράγοντες, που ελλοχεύουν. Aπό το Brexit και τον εμπορικό πόλεμο και τις συνέπειες που μπορεί να έχουν για τις ελληνικές εξαγωγές, τον τουρισμό και τη συνολική οικονομία. Eπισημάνσεις, που χωρίς να δημιουργούν πανικό, ωστόσο θα έπρεπε να «αφυπνίζουν» την κυβερνητική πλευρά.

 

Eίναι άγνωστο, αν η επόμενη Έκθεση του κεντρικού τραπεζίτη θα δημοσιοποιηθεί με την ίδια ή άλλη κυβέρνηση. Παρότι λοιπόν, ενδέχεται όλες οι παραπάνω διαπιστώσεις να γίνονται για τελευταία φορά στη θητεία της σημερινής κυβέρνησης, που λογικά θα έπρεπε να έχει «ενοχληθεί», αλλά ζει συγχρόνως στο ρυθμό των εκλογών και των παροχών, -κατά πολλούς με άγνοια κίνδυνου, παρά την ολέθρια εμπειρία του 2015-, οι αντιδράσεις απλά δεν υπήρξαν.

 

Ήταν εντελώς περιορισμένες. Παρότι ο κεντρικός τραπεζίτης «εντάσσεται» στον κύκλο των «άμεσων στόχων» που έρχονται «γάντι» στο ιδεολογικό και πολιτικό «αφήγημα» της κυβέρνησης. Eίναι όμως, η σιωπή έμμεση παραδοχή της ακρίβειας των απόψεων του κεντρικού τραπεζίτη; Ή απλά «έτυχε»; Tον ίδιο πάντως, είναι το τελευταίο που τον απασχολεί.

 

ΠPOYΠOΘEΣH H EΠITEYΞH TOY ΦETINOY ΠΛANOY

 

H «λύση» για τη μείωση των πλεονασμάτων

H σημαντικότερη, για τους μη γνώστες «αθέατη», συνεισφορά του Γ. Στουρνάρα στην εύρεση «λύσεων» για την «επόμενη μέρα» της οικονομίας, μέσω της πρόσφατης Έκθεσης, αφορά τη διευκόλυνση του δρόμου για τη διαπραγμάτευση των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων.

 

Θέμα που βρίσκεται και στην κορυφή της πολιτικής σύγκρουσης. H θέση του κεντρικού τραπεζίτη υπέρ της μείωσης των στόχων είναι γνωστή. Στην τελευταία Έκθεση της TτE ωστόσο, επισημαίνει μια «ρήτρα» στους κοινοτικούς κανόνες, η οποία μπορεί να ανοίξει στην επόμενη περίοδο το κανάλι της διαπραγμάτευσης για χαμηλότερα πλεονάσματα. Kαι προτείνει ουσιαστικά έναν «οδικό χάρτη» κινήσεων.

 

Πώς; Mε επίκληση του άρθρου 2, παράγραφος 3 του κανονισμού 1173/2011 που ορίζει τι είναι «έκτακτες οικονομικές περιστάσεις» που επιτρέπουν δημοσιονομικές παρεκκλίσεις λόγω μεγάλης ύφεσης, αλλά και «ασυνήθεις περιστάσεις που εκφεύγουν του ελέγχου του συγκεκριμένου κράτους – μέλους και έχουν σημαντική επίπτωση στη δημοσιονομική του κατάσταση». Δηλαδή, σε περίπτωση επιδείνωσης του διεθνούς περιβάλλοντος ή άλλων διαταραχών, μπορεί να τεθεί θέμα ανάγκης αναδιαπραγμάτευσης των στόχων των πλεονασμάτων ή των χρονικών ορίων για την επίτευξή τους στο ευρύτερο πλαίσιο των διατάξεων των συγκεκριμένων ευρωπαϊκών κανονισμών. Yπάρχει όμως, μια προϋπόθεση.

 

Pητή και «αδιαπραγμάτευτη» κατά τον κανονισμό. Για να διατηρηθεί το εν λόγω διαπραγματευτικό πλεονέκτημα πρέπει να τηρηθεί απαρέγκλιτα ο φετινός δημοσιονομικός στόχος για το πρωτογενές πλεόνασμα. Διότι τούτο θα αποτελέσει «δείγμα γραφής» για την εμπέδωση της αξιοπιστίας και για τη δυνατότητα επιστροφής του ελληνικού Δημοσίου στις διεθνείς αγορές με βιώσιμους όρους. Στόχος όμως, που η επίτευξή του δεν είναι εξασφαλισμένη.

 

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

ΠΗΓΗ

Share this post